insurrrection

Λάβαμε, και δημοσιεύουμε μεταφρασμένη, συνέντευξη δύο μελών της Αόρατης Επιτροπής στο περιοδικό Frustration. Η συνέντευξη δόθηκε στις 16 Οκτωβρίου, μέρα κυκλοφορίας στη Γαλλία του νέου βιβλίου της Αόρατης Επιτροπής, με τίτλο Manuel de Survie (Εγχειρίδιο Επιβίωσης) και μία μόλις μέρα πριν τη μεγαλειώδη κινητοποίηση της 17ης Οκτωβρίου.

https://frustrationmagazine.fr/rejoindre-les-lyceens-et-devenir

Να έρθουμε σε επαφή με τους μαθητές του λυκείου και να «γίνουμε ζωντανοί, αυτόνομοι, εκρηκτικοί»

Είτε πρόκειται για σύμπτωση είτε για σημάδι των καιρών, η Αόρατη Επιτροπή κυκλοφορεί το «Εγχειρίδιο Επιβίωσής» της στις 16 Οκτωβρίου, εν μέσω της εξέγερσης της νεολαίας και την παραμονή μιας πιθανής «επιστροφής των Κίτρινων Γιλέκων».

Τα τελευταία είκοσι χρόνια περίπου, μέσα από τα κείμενά της (Η εξέγερση που έρχεται, Στους φίλους μας, Τώρα), κατάφερε τόσο να εμπνεύσει όσο και να προβεί σε κριτικές ανασκοπήσεις των διαδοχικών κυμάτων εξέγερσης και των καταστάσεων που ακολούθησαν. Με το «Εγχειρίδιο Επιβίωσής» της, παρουσιάζει μια σκέψη απαιτητική, σκληρή, χωρίς κολακεία, αυτοκριτική, που όμως ξέρει επίσης να είναι γενναιόδωρη και ειλικρινής.

Πολλά από τα ερωτήματα που θέτει είναι μερικές φορές και δικά μας, όπως είναι, τελικά, και αυτά πολλών ανθρώπων που νιώθουν απογοήτευση από τις ήττες και το αίσθημα ανικανότητας: πώς να αντιμετωπίσουμε τις επαναλαμβανόμενες ήττες παρά την επιμονή των μορφών σύγκρουσης; Τι συμπεράσματα πρέπει να εξαγάγουμε; Πώς να «επιβιώσουμε» αυτή τη στιγμή; Πώς ευημερεί ο εχθρός; Πώς να αντιμετωπίσουμε με σοβαρότητα και στρατηγική το κεφάλαιο και να επαναφέρουμε πραγματικά την ηθική και την επαναστατική προοπτική;

Σε σχέση με την ανοιχτή κριτική της για τον δημόσιο χώρο, οι παρεμβάσεις της παραμένουν σπάνιες, αλλά δύο συντελεστές στο «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» της Αόρατης Επιτροπής απάντησαν στις ερωτήσεις μας σχετικά με το βιβλίο και μας έδωσαν τη δική τους ανάλυση για τη συγκυρία που διανύουμε.

Το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» εξηγεί ότι τα Κίτρινα Γιλέκα πραγματοποίησαν μια μορφή εξέγερσης που οι αυτόνομοι περίμεναν εδώ και καιρό, αλλά το έκαναν χωρίς αυτούς: δηλαδή, ένα κίνημα που γεννήθηκε από τη συνάντηση μοναδικών, μέχρι τότε απομονωμένων, εμπειριών και όχι από κάποια προηγούμενη οργάνωση. Υπάρχουν κοινά σημεία με την τρέχουσα εξέγερση της νεολαίας ή πρόκειται για μια ακόμη κινητοποίηση της Αριστεράς που διατυπώνει αιτήματα, η οποία όμως κατευθύνεται, αξιοποιείται ή ακόμη και υπονομεύεται από συνδικάτα και κόμματα;

Αυτό που ταράζει τη χώρα αυτή τη στιγμή δεν είναι ένα κοινωνικό κίνημα, αλλά ένα κίνημα επιβίωσης. Ο κόσμος των «ενηλίκων» που βρίσκονται στα ηνία οδεύει με τρελή ταχύτητα προς τον γκρεμό· μάλιστα, επιταχύνει. Δεν δίνει δεκάρα για τίποτα, θέλει να συνεχίσει να απολαμβάνει μέχρι και την τελευταία σταγόνα πετρελαίου. Το να προσποιείται ότι είναι «υπεύθυνη», «λογική» και θεματοφύλακας της «εξουσίας» αποτελεί το αποκορύφωμα του άγριου παλιμπαιδισμού της. Μια κοινωνία γερόντων δεν μπορεί παρά να είναι νεοφιλολογική, ελλείψει νεότητας. Θέλει όλα τα σημάδια της νεότητας, αλλά απεχθάνεται τη ζωτικότητά της. Οι μαθητές του λυκείου δεν έχουν κανένα λόγο να αισθάνονται αλληλεγγύη προς έναν τέτοιο πολιτισμό αυτοκτονικών. Είδαν τους γονείς τους, τους καθηγητές τους να υποτάσσονται σε όλες τις ταπεινωτικές και παράλογες πρακτικές της διαχείρισης του κορονοϊού και στη συνέχεια να καταφεύγουν σε ασαφείς δικαιολογίες για να τους περιορίσουν και να τους υποτάξουν με τη σειρά τους. Σε τέτοιο βαθμό που, όταν παίρνουν τον λόγο, θα έλεγε κανείς ότι ακούει τους γονείς των δικών τους γονιών. «Δεν είναι επειδή εσείς δέχεστε να σας αντιμετωπίζουν σαν σκυλιά του δρόμου, να πληρώνεστε ψίχουλα, να μην καταφέρνετε καν να κάνετε τα ψώνια σας κάθε μήνα, που πρέπει να υποφέρουν όλοι οι άλλοι, επειδή εσείς δεν είχατε τα κότσια να ανοίξετε το στόμα σας, λυπάμαι», ξεσπά μια μαθήτρια. Το ίδιο ισχύει και για την αντίστροφη περίπτωση. Ο περίφημος ναζί Χένρι Φορντ έλεγε ότι «αν ο λαός καταλάβαινε το τραπεζικό σύστημα, πιστεύω ότι θα γινόταν επανάσταση πριν από αύριο το πρωί». Αν οι μαθητές γνώριζαν τι λένε οι καθηγητές τους για αυτούς στο δωμάτιο των καθηγητών —με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι οποίες είναι τόσο πιο πολύτιμες— δεν θα είχαν απομείνει πολλά λύκεια άθικτα στη Γαλλία. Η διακυβέρνηση ενός κόσμου χωρίς καμία άλλη υπόσχεση εκτός από εκείνη της κατάρρευσής του φαίνεται πιο περίπλοκη από ό,τι αναμενόταν. Δεν είναι σίγουρο ότι η γεωεντοπιστική παρακολούθηση από τους γονείς θα αρκούσε σε αυτή την περίπτωση.

Σε μια κοινωνία που διοικείται, αυτό που ονομάζουμε «νεολαία» είναι απλώς το ελεύθερο στοιχείο, αυτό που δεν δεσμεύεται ακόμη από μια καριέρα, έναν ανώτερο, ένα δάνειο, ένα κοινωνικό περιβάλλον, και που μπορεί επομένως να εκφράσει αυτό που όλοι βλέπουν, αλλά προτιμούν να σιωπούν. Η εξέγερση αποδίδεται σε μια συγκεκριμένη γενιά για να αποφευχθεί η γενίκευσή της. Η σημερινή εξέγερση «των νέων» αφορά ουσιαστικά την κοινή κατάσταση. Τι νόημα έχει να κάνεις καριέρα σε έναν κόσμο με θερμοκρασία 45 βαθμών Κελσίου – και, επομένως, να σπουδάσεις σε αυτόν; Πώς τολμά αυτή η κοινωνία να αντιμετωπίζει τις αβάσιμες αντιφάσεις της ως «ψυχολογικό πρόβλημα» που μας βαρύνει – και, επομένως, να μας καλεί να επιδείξουμε «ανθεκτικότητα» απέναντι στην «οικολογική μας αγωνία»; Πόσο καιρό ακόμα θα ανεχόμαστε την επιλεκτική διαλογή που συμβαίνει σε όλα τα επίπεδα του πληθυσμού – και, κατά συνέπεια, τα συστήματα Parcoursup και MonMaster; Η ζωή συνίσταται στο να φροντίζουμε τον εαυτό μας ως ανθρώπινο κεφάλαιο – και, κατά συνέπεια, ως σύνολο δεξιοτήτων; Πότε θα σταματήσουμε να εργαζόμαστε για την αντικατάστασή μας από την τεχνητή νοημοσύνη – ένα πεπρωμένο που έχει ήδη προδιαγραφεί για τους καθηγητές από τις νεοφυείς επιχειρήσεις του υπουργείου; Και πάνω απ’ όλα, πώς να κάνουμε την επανάσταση σε έναν κόσμο που έχει σχεδιαστεί εξ ολοκλήρου για να μας εμποδίσει; Όλα αυτά τα ερωτήματα, και μερικά ακόμα, αποτέλεσαν το σημείο εκκίνησης για τη συγγραφή του «Εγχειριδίου Επιβίωσης». Για δύο χρόνια, προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σε αυτά, να κάνουμε έναν στρατηγικό απολογισμό της αποτυχίας των κινημάτων στα οποία είχαμε συμμετάσχει, να ανοίξουμε τον δρόμο για μια νέα αρχή σε μια επαναστατική διαδικασία. Γνωρίζαμε ότι αυτό το έργο ήταν απαραίτητο, αλλά κανείς πια δεν μιλούσε για επανάσταση. Αναρωτιόμασταν αν γράφαμε ακόμα για κάποιον. Τώρα, ξέρουμε για ποιον γράψαμε. Δεν κοπιάσαμε για το τίποτα.

Το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ των Κίτρινων Γιλέκων και της τρέχουσας εξέγερσης των μαθητών λυκείου είναι ότι προέρχονται από τους τομείς που απέχουν περισσότερο από την αγωνιστική κοινωνικοποίηση, από τους κώδικες της, τις επαναλαμβανόμενες διαμαρτυρίες της, τη θλίψη της – από τη ριζοσπαστικότητά της του τύπου «κρατάω μούτρα». Είναι εξεγέρσεις που ξέρουν ακόμα να λένε «εγώ». Και πράγματι, πριν από την περασμένη εβδομάδα, από την εποχή των Κίτρινων Γιλέκων είχαμε να ζήσουμε τέτοια χαρά: να βρισκόμαστε στον δρόμο, να αστειευόμαστε, να χορεύουμε, να τραγουδάμε, να κάνουμε γκράφιτι και να ξεσηκωνόμαστε. Ένα άλλο κοινό χαρακτηριστικό είναι η επίθεση στην ταπείνωση ως κανόνα κοινωνικής ένταξης, δηλαδή στη βάση της γαλλικής κουλτούρας. Με άλλα λόγια, η αμφισβήτηση της απόφασης. Τα προβλήματα των καμπινέδων δεν είναι για χέσιμο[1], αλλά ένα προφανές σημάδι περιφρόνησης. Πρέπει λοιπόν να σταματήσουν. «Γενιά Ζ, γιατί θα είμαστε η τελευταία γενιά που θα μας αντιμετωπίζουν σαν σκατά», έγραφε ένα πλακάτ την περασμένη Τρίτη. Καμία ανάγκη δεν είναι άξια περιφρόνησης – ανάγκη για ύπνο, για χρήματα, για εκτίμηση, για νόημα, για αγάπη. Όλα στη γαλλική κουλτούρα θέλουν να μας κάνουν να ντρεπόμαστε για τις ανάγκες μας, σε σημείο που το «να κάνεις την ανάγκη σου» είναι συνώνυμο του «να χέζεις». Οι μαθητές λυκείου, όπως και τα Κίτρινα Γιλέκα, αψηφούν χωρίς δισταγμό αυτή την απαγόρευση. Οι ανάγκες, στην υλική τους υπόσταση, στην ιδιαιτερότητά τους, είναι ανεξέλεγκτες: μόλις τις επισημάνουν, οι κυβερνήσεις δεν ξέρουν πια ποιο πρόσχημα να επικαλεστούν για να αλλάξουν θέμα. Ένα τρίτο κοινό χαρακτηριστικό μεταξύ αυτών των δύο εξεγέρσεων είναι η άρνηση του κυβερνητικού διπλού δεσμού, η άρνηση να αφήσουμε την εξουσία να μας τρελάνει με τις παράδοξες εντολές της· είναι, λοιπόν, ο ίδιος τρόπος να την πάρουμε στα σοβαρά. «Μας είπες να έρθουμε να σε βρούμε, λοιπόν, εδώ είμαστε, Μακρόν, είμαστε στα Ηλύσια Πεδία και σύντομα στο Ελιζέ!». «Α, μας ζαλίζετε όλο το χρόνο ότι πρέπει να δουλεύουμε, να περάσουμε τις εξετάσεις μας και να θυσιαζόμαστε για το “μέλλον” μας; Λοιπόν, δώστε μας τις συνθήκες γι’ αυτό, παλιόσκυλα!». Ξαφνικά, η εξουσία αποκαλύπτεται και αρχίζει να μπερδεύεται. Στη συνέχεια, δείχνει το αληθινό της πρόσωπο και λέει την αλήθεια. Αντιμετωπίζει ένα αποκλεισμένο λύκειο ως «αστική βία» και εξηγεί, σε έναν δημόσιο ραδιοφωνικό σταθμό, ότι υπάρχουν πάρα πολλοί μαθητές λυκείου, ότι πολλοί από αυτούς δεν έχουν θέση στο λύκειο και ότι, ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν σπουδάσουν, οι σπουδές τους δεν θα αρκούν ποτέ για να ανταγωνιστούν την τεχνητή νοημοσύνη στην αγορά εργασίας. Τώρα, επιτέλους, όλα είναι ξεκάθαρα.

Η ενοχή που νιώθουν οι στρατευμένοι αγωνιστές επειδή «έχασαν το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων» —στο οποίο χρειάστηκαν τρεις εβδομάδες για να ενταχθούν και το οποίο αρχικά χαρακτήρισαν ως «φασιστικό»— είναι τόσο μεγάλη, ώστε από τότε δεν σταματούν να προσπαθούν να «ξαναφτιάξουν τα Κίτρινα Γιλέκα» με κάθε ευκαιρία. Και πράγματι, όπως υπενθυμίζει το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης», αυτή η καθαρά προλεταριακή, αντι-συνδικαλιστική, αντι-πολιτική και αντι-αντιπροσωπευτική εξέγερση, πραγματοποιήθηκε χωρίς αυτούς. Αυτό δεν εμπόδισε τα «Κίτρινα Γιλέκα», μετά τις πρώτες τους συγκρούσεις με τα CRS, να υιοθετήσουν την τεχνική του «black bloc», μια τεχνική εξέγερσης που προέρχεται από το γερμανικό κίνημα της αυτονομίας της δεκαετίας του 1980 και η οποία έγινε δημοφιλής στη Γαλλία πολύ αργά, το 2016. Υιοθέτησαν την τεχνική, όχι την ταυτότητα. Όμως, τα Κίτρινα Γιλέκα ενήργησαν ως αυτόνομοι όχι τόσο λόγω αυτής της λεπτομέρειας –που βεβαίως είναι εντυπωσιακή– όσο λόγω της συνεχούς άρνησής τους να δεχτούν οποιονδήποτε εκπρόσωπο, οποιονδήποτε εκπρόσωπο Τύπου, οποιαδήποτε εξωτερική οργάνωση ή οποιαδήποτε θεσμική διαμεσολάβηση. «Δεν υπάρχει εξουσία για κανέναν!», διατείνονταν οι Γερμανοί αυτόνομοι το 1981. Τα Κίτρινα Γιλέκα ήταν εκείνη η «αυτονομία πέρα από τους αυτόνομους» που ονειρεύονταν οι Μητροπολιτικοί Ινδιάνοι το 1977. Αν τα Κίτρινα Γιλέκα αποτέλεσαν πληγή στην υπερηφάνεια των αυτόνομων, για τα συνδικάτα ήταν ένας εφιάλτης: οι εργαζόμενοι που εξεγείρονται, βγαίνουν στους δρόμους και παίρνουν απευθείας το λόγο, χωρίς να περάσουν από τους επίσημους και μισθωτούς εκπροσώπους τους. Πρέπει να θυμόμαστε τις ομιλίες του Λοράν Μπερζέ[2] το 2023, στην αρχή του κινήματος κατά της μεταρρύθμισης των συντάξεων: το μόνο θέμα ήταν η περιφρόνησή του για τα Κίτρινα Γιλέκα. Η εκδίκηση εναντίον τους ήταν, εξάλλου, το μοναδικό κίνητρο των συνδικαλιστικών ηγεσιών σε αυτό το κίνημα: όχι να επικρατήσουν με περιστασιακές κινητοποιήσεις απέναντι στις κυβερνητικές προκλήσεις, αλλά απλώς να ξαναπάρουν τα ηνία, μετά από μια τέτοια προσβολή – ένα κίνημα αποκατάστασης, λοιπόν. Για διάφορους λόγους, το σημερινό κίνημα των μαθητών λυκείου και των φοιτητών είναι λιγότερο προετοιμασμένο να αμυνθεί ενάντια στις συνδικαλιστικές και πολιτικές μανούβρες. Την περασμένη Τρίτη, μια πορεία προς το Ματινιόν με αφετηρία το Δημαρχείο, που είχε οργανωθεί από χιλιάδες μαθητές λυκείου και φοιτητές, κατάφερε να υπονομευθεί αθόρυβα από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις και να μετατραπεί σε πορεία με προορισμό να μας περικυκλώσουν στην πλατεία Βομπάν, χωρίς αυτό να προκαλέσει σκάνδαλο. Συνδικάτα, ΜΜΕ, αριστερές οργανώσεις: οι ψεύτικοι φίλοι είναι πολύ πιο επικίνδυνοι από τους πραγματικούς εχθρούς. Αν καταφέρουν να μας γαμήσουν, είναι ακριβώς επειδή προσποιήθηκαν για λίγο ότι ήταν μαζί μας. Όσο για τους υποστηρικτές του Μελανσόν, με τη στρατηγική τους για την ηγεμονία πάνω σε ό,τι κινείται και την τακτική «PANG!»[3] (Κανείς Αριστερά Μας!), το μόνο που κάνουν είναι να προετοιμάζουν κυνικά το μεγαλύτερο πολιτικό πονοκέφαλο από την εποχή του Μιτεράν. Τρέφονται από τις ελπίδες των άλλων όπως τα τσιμπούρια από το αίμα. Είναι αυτό δικαιολογία για να μην ενωθούμε με τους μαθητές λυκείου; Σίγουρα όχι. «Να ενωθούμε με τους μαθητές» σημαίνει όχι τόσο να τους ακολουθήσουμε και να τους στηρίξουμε, όσο να επεκτείνουμε την άρνηση και τις προοπτικές που φέρει η κίνησή τους. Άρνηση να αφήσουμε τον εαυτό μας να συνθλιβεί. Άρνηση να γίνουμε θύματα του συστήματος. Να γίνουμε ζωντανοί, αυτόνομοι, εκρηκτικοί. Είμαστε αισιόδοξοι: ούτως ή άλλως, δεν υπάρχει εκλογική λύση σε αυτό το αδιέξοδο του πολιτισμού.

Αρκετές σελίδες αφιερώνονται στη «κυβερνητικότητα μέσω του τραύματος». Αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μια καταγγελία για τη στρατηγική ανοησία των διοργανωτών της κινητοποίησης στο Σαιντ-Σολίν[4], οι οποίοι οδήγησαν σε μια σκόπιμη «τραυματοποίηση». Το «να ξαναρχίσουμε» θα σήμαινε, λοιπόν, να αντλήσουμε διδάγματα και να βγούμε από τον τραυματικό κύκλο της επανάληψης. Και πάλι, έχουμε να κάνουμε με μια αστυνομική καταστολή τόσο προβλέψιμη όσο και μαζική. Μήπως πέφτουμε για άλλη μια φορά σε μια παγίδα;

Όταν 7.000 μαθητές λυκείου τίθενται υπό κράτηση μέσα σε τρεις εβδομάδες και τους επιτίθενται με άλογα ή με απασφαλισμένες χειροβομβίδες, προφανώς δεν πρόκειται πλέον για «διατήρηση της τάξης» ή για ζήτημα «καταμερισμού μονάδων». Πρόκειται για στρατηγική. «Ο στόχος της επιχείρησης ήταν να τρομάξει τους μαθητές και τους γονείς τους, ώστε να σταματήσει το συντομότερο δυνατό η εξέγερση», εξηγεί αθώα ένας αστυνομικός επιθεωρητής. Αυτό που καταδεικνύει αυτή η τετριμμένη ομολογία είναι πόσο πολύ έχουν συνηθίσει οι κυβερνήσεις, τα τελευταία χρόνια, να χειρίζονται τα τραύματα – είτε η πηγή τους είναι μια καταστροφή, μια τρομοκρατική επίθεση, ένας πόλεμος ή η ίδια η αστυνομία τους. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» μιλά για «στρατηγική τραυματοποίηση». Η καταστολή του κινήματος των μαθητών λυκείου επιβεβαιώνει δυστυχώς αυτή τη θέση. Στη Γαλλία, η εξέγερση των Κίτρινων Γιλέκων αποτέλεσε το σημείο καμπής σε αυτή τη νέα κατάσταση. Την εβδομάδα της 8ης Δεκεμβρίου 2018, η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ δεν έπαψαν να διαδίδουν τον φόβο ότι θα υπάρξουν νεκροί. Τότε ήταν που εγκατέλειψαν το «δόγμα Μαλίκ Ουσεκίν»[5]. Η στρατηγική «να ακρωτηριάσεις έναν για να αποτρέψεις εκατό» είχε ήδη δοκιμαστεί στο πλαίσιο των ZAD, είτε στο Σιβάν, είτε στο Μπιρ, είτε κατά την εκκένωση του Νοτρ-Νταμ-ντε-Λαντ. Εκμεταλλευόμενοι μια μη αστική περιοχή, η αστυνομία και η χωροφυλακή έριχναν ασταμάτητα επιθετικές χειροβομβίδες που έσκαγαν στον σωρό. Προφανώς αυτό συνέβη και στη Λανς. Όσο για την τεχνική της πρόσκρουσης με τα αυτοκίνητα, εφαρμόζεται στα προάστια εδώ και πολύ καιρό. Ποιος είναι ο στόχος, από την άποψη της διαχείρισης των πλήθους; Δεν υπάρχει κανένας. Πρόκειται για την πρόκληση ψυχικού τραύματος. Ο κλονισμός και ο τρόμος ενισχύονται από τα βίντεο – ένας τρόπος, όπως και άλλοι, να στραφεί το εργαλείο των διαδηλωτών εναντίον των ίδιων, καθώς τα δικά τους βίντεο γίνονται ο φορέας διάδοσης του τραύματος και, επομένως, της αποτροπής. Το να αμφισβητεί κανείς τη φασιστικοποίηση της αστυνομίας χρησιμεύει μόνο για να συγκαλύψει το πόσο εξαιρετικά δημοκρατικός είναι αυτός ο τρόπος διακυβέρνησης.

Στο Σαιντ-Σολίν, τον Μάρτιο του 2023; Η παγίδα ήταν εμφανής από παντού, από οποιοδήποτε σημείο και από οποιαδήποτε οπτική γωνία. Όποιος είχε συμμετάσχει στις άγριες διαδηλώσεις του κινήματος για τις συντάξεις, με τα αποκεφαλισμένα ομοιώματα του Μακρόν, τις απειλές προς τον Λουδοβίκο 16ο[6] που εκτοξεύονταν από την πλατεία Κονκόρντ ή την επίθεση στο Διοικητικό Δικαστήριο της Νάντης, ήξερε ότι κάτι ξεφεύγει από τον καταστροφικό συνδικαλιστικό έλεγχο. Για την εξουσία, ήταν επείγον να συντρίψει εν τη γενέσει τη γενιά που γεννιόταν εκείνη τη στιγμή. Έτσι, έστησε πάνω σε αυτό το εμφανές κενό τη γιγαντιαία παγίδα της για τους ακτιβιστές. Όποιος βρισκόταν μπροστά σε αυτό το ανάχωμα, περικυκλωμένο από φορτηγά-οχυρά, με τον στρατηγό των αντίπαλων δυνάμεων να κάνει πασαρέλα στις επάλξεις του κάστρου, διαισθανόταν αμέσως την παγίδα. Όποιος είχε ακούσει τις προκλήσεις του Νταρμανέν τις προηγούμενες ημέρες, όπως πριν από έναν αγώνα πυγμαχίας, διαισθανόταν την ενέδρα. Λίγες μέρες μετά την πλήρη ήττα μας, οι μπάτσοι καυχιόντουσαν στις εφημερίδες για την επιτυχία της επιχείρησής τους να προκαλέσουν τραύμα. Αυτός ήταν ο όρος που χρησιμοποιούσαν. Το κίνημα διακόπηκε απότομα. Οι πολιτικές μανούβρες και οι υπολογισμοί των διοργανωτών αυτής της ημέρας δεν αρκούν για να εξηγήσουν πώς λειτούργησε μια τόσο προφανής παγίδα. Όσο δεν αντιμετωπίζουμε κατά πρόσωπο αυτού του είδους τις αποτυχίες και το σύνολο των αιτιών που οδήγησαν σε αυτές, καταδικάζουμε τους εαυτούς μας να τις επαναλαμβάνουμε. Παραμένουμε αιχμάλωτοι του τραυματικού κύκλου της επανάληψης. Κατά τη διαδήλωση της 6ης Οκτωβρίου στο Παρίσι, η μικρή ταραχή που ξέσπασε λίγο πριν φτάσουμε στην πλατεία Νασιόν είχε ακριβώς ως στόχο να αποφευχθεί η αντιμετώπιση του μηχανισμού που ήταν έτοιμος να συντρίψει τις συνηθισμένες συμπλοκές στο τέλος της διαδήλωσης. Κάθε εξέγερση που έχει έστω και λίγη σημασία επινοεί τις δικές της μορφές, οι οποίες είναι επίσης τακτικές. Είναι αδιανόητο οτιδήποτε μπορεί να υπάρχει πέρα από το ηλίθια μετακινούμενο συνδικαλιστικό κοπάδι! Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός δεν είναι ποτέ απλώς μια «διαδήλωση», αλλιώς δεν θα ακούγαμε τον Λεκορνί να αυτοσυγχαίρεται στη Βουλή για «αυτές τις διαδηλώσεις [που] η κυβέρνηση υποδέχεται με μεγάλο σεβασμό […] με ανακούφιση, διότι επιτέλους διαθέτουμε ένα νομικό, δηλωμένο, δημοκρατικό πλαίσιο, στο οποίο μπορεί να εκφραστεί η διαφωνία». Στις αρχές του μήνα, οι μαθητές λυκείου έδειξαν ότι μπορεί κανείς να θέσει το ίδιο του το σχολείο σε κατάσταση πολιορκίας, με φωτιά και «παραφροσύνη». Κανείς δεν τους περίμενε εκεί, αρχής γενομένης από τους φύλακές τους. Στις 6 Οκτωβρίου, στη Λυών, αντί να υπομείνουν τον περιορισμό της Γενικής Συνέλευσης των Τροτσκιστών, η πορεία επεκτάθηκε στα περίχωρα για να στήσει οδοφράγματα. Σίγουρα χορέψαμε περισσότερο γύρω από αυτές τις αυτοσχέδιες φωτιές παρά στα παγκάκια του Εργατικού Κέντρου. Κάθε ξέσπασμα βρίσκει το δικό του ρεπερτόριο, το οποίο τελικά είναι πάντα ανταγωνιστικό προς αυτό που προτείνουν οι επίδοξοι ηγέτες. Όλα αυτά μαρτυρούν τη διαρκή παρουσία αυτής της τακτικής νοημοσύνης που μας έλειψε τόσο πολύ στο Σαιντ-Σολίν. Ευτυχώς, δεν υπάρχει γενικό επιτελείο για τις κινητοποιήσεις στα λύκεια της Γαλλίας, σε αντίθεση με εκείνη την ημέρα στο Ντε-Σεβρ. Η στρατηγική του τραυματισμού δεν είχε, εξάλλου, το αναμενόμενο αποτέλεσμα στο κίνημα των λυκειόπαιδων, ακριβώς το αντίθετο. Πρόσθεσε έναν ακόμη λόγο σε αυτό το κίνημα, στο οποίο ήδη δεν έλειπαν οι λόγοι. Και ενίσχυσε την αποφασιστικότητά του, την οποία ακριβώς επρόκειτο να κλονίσει. Caramba, πάλι αποτυχία!

Υπάρχει μια συγκεκριμένη προσδοκία γύρω από την ημερομηνία της 17ης Οκτωβρίου, που θεωρείται ότι θα σηματοδοτήσει την επιστροφή των Κίτρινων Γιλέκων. Στο «Εγχειρίδιο Επιβίωσης», η ψευδαίσθηση ότι τα κοινωνικά δίκτυα θα μπορούσαν από μόνα τους να δημιουργήσουν μια επαναστατική δυναμική επικρίνεται σφοδρά, μεταξύ άλλων και μέσω του παραδείγματος που συνήθως συνοδεύει αυτή την ιδέα (αυτό των αραβικών επαναστάσεων). Η αποτυχία της 10ης Σεπτεμβρίου 2025, που θεωρείται «ακτιβιστική κερδοσκοπική φούσκα», έρχεται να τεκμηριώσει αυτή τη θέση. Βρισκόμαστε ακόμα σε αυτό το είδος φούσκας ή μήπως αυτό το κάλεσμα, σε συνδυασμό με την εξέγερση της νεολαίας, δημιουργεί ένα πιο ανοιχτό πλαίσιο;

Λίγες εβδομάδες πριν από τη διάλυση της Βουλής τον Ιούνιο του 2024, οι στενοί σύμβουλοι του Μακρόν παρακολουθούσαν μαζί, στο Ελιζέ, τη σειρά «La Fièvre». Η ομιλία της 9ης Ιουνίου, εκείνη της διάλυσης, θα αναφερθεί εξάλλου σε αυτόν ακριβώς τον «πυρετό». Η σειρά σχεδιάστηκε από έναν πρώην μέλος του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PS), από το κίνημα του Ζαν-Λικ Μελανσόν. Εκεί, οι αντίπαλοι, είτε υπέρ είτε κατά της κυβέρνησης, αναμετρώνται με τη δύναμη της επικοινωνιακής επιρροής, για να καταστείλουν ή να υποδαυλίσουν τις εξεγέρσεις στη χώρα. Οι υπεύθυνοι επικοινωνίας όλων των πλευρών παρακολουθούν γιγαντιαίους πίνακες ελέγχου, όπου παρατηρούν σε πραγματικό χρόνο τις εντάσεις που αναδύονται από τα κοινωνικά δίκτυα. Πρόκειται για μια φαντασίωση της κυβερνητικής εξουσίας, αυτή του Control Room. Οι αναγνώστες του περιοδικού του Πολυτεχνείου γνωρίζουν ότι το γραφείο του πρωθυπουργού, ακριβώς το 2024, δοκίμασε ένα λογισμικό ζωντανής χαρτογράφησης των κινδύνων διάσπασης του κοινωνικού σώματος, χαρτογράφηση που συνάγεται από τον ψηφιακό θόρυβο. Αυτό που έχει σημασία σε αυτή τη χαρτογράφηση δεν είναι οι ιδέες που κυκλοφορούν και ποιος τις διαδίδει (ακτιβιστές ή ρωσικά bots), αλλά οι αποκλίσεις από τον κανόνα, το πώς συσσωρεύονται, σχηματίζουν αποστήματα και πώς μπορούν να διαπεραστούν. Δεν πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις μετατρέπουν τα εργαλεία επικοινωνίας σε εργαλεία ελέγχου. Αυτό που θα έπρεπε να μας ανησυχεί, όμως, είναι ότι τόσοι πολλοί επαναστάτες κατέληξαν να υιοθετήσουν μια παρόμοια αντίληψη για την εξέγερση. Αρκεί, αφού δημιουργήσουν ένα δίκτυο από πραγματικούς ή ψεύτικους λογαριασμούς και συγκεντρώσουν ακόλουθους, αφού διαμορφώσουν ένα κάλεσμα με μεγάλη δυναμική διάδοσης, να πατήσουν ένα μεγάλο βέλος για να ξεκινήσουν την εξέγερση. Αυτή η επικοινωνιακή αντίληψη της εξέγερσης δεν χρονολογείται από πέρυσι. Το Facebook και το Twitter εφάρμοζαν ήδη αυτή τη ρητορική στην «Αραβική Άνοιξη». Όμως, όπως περιγράφει λεπτομερώς το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης», δεν υπήρξε καμία «επανάσταση του Facebook». Ούτε ο Μάιος του ’68 ήταν μια «επανάσταση του RTL», ούτε η Γένοβα το 2001 μια «εξέγερση της Wanadoo». Δεν πρόκειται να αρνηθούμε τον ρόλο των μέσων επικοινωνίας σε αυτά τα γεγονότα, και ιδίως στον ρυθμό τους. Η πολλαπλότητα των αφηγήσεων, η ιδέα ότι ο καθένας θα μπορούσε να δείξει τον κόσμο του σε όλους, είναι κυριολεκτικά μια εφεύρεση του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, της συνάντησης των πρώτων χάκερ και του ζαπατιστικού κινήματος. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η ιδέα στράφηκε εναντίον μας, όπως και πολλά άλλα όπλα του κύκλου των εξεγέρσεων αυτού του τελευταίου τετάρτου του αιώνα. Μόλις αρχίζουμε να καταγράφουμε το οπλοστάσιό μας.

Στην ουσία, από τότε που το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων εξαντλήθηκε στην επανάληψη των πορειών του Σαββάτου, ο όρος Κίτρινα Γιλέκα έχει γίνει ένας τρόπος να πούμε «εξέγερση» χωρίς να προφέρουμε τη λέξη. Και πράγματι, η εξέγερση είναι η μόνη απάντηση που ανταποκρίνεται στην καταπίεση, την ταπείνωση, την εξαθλίωση και την κοροϊδία που μας επιφυλάσσει ο κυβερνητικός μηχανισμός. Μόνο που αυτός ο μηχανισμός, από τις 8 Δεκεμβρίου 2018, έχει οπλιστεί για να αμυνθεί ενάντια σε μια νέα έκρηξη των Κίτρινων Γιλέκων, αφού είχε αιφνιδιαστεί στις 24 Νοεμβρίου και την 1η Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς. Χρειαζόμαστε, λοιπόν, ένα νέο στοιχείο έκπληξης. Η ζωντάνια των μαθητών λυκείου μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα και να περιπλέξει την κατασταλτική εξίσωση για τις κυβερνητικές δυνάμεις, αλλά μια εξέγερση δεν περιορίζεται σε έναν πολλαπλασιασμό των διαδηλώσεων. Αντί να κάνουμε εικασίες για αυτή την ημερομηνία, προτιμούμε να αντλήσουμε τα στρατηγικά διδάγματα από τις προηγούμενες ήττες και να ξεκινήσουμε από ό,τι παρέμεινε ημιτελές. Αυτό που ήταν πιο τρελό, αναδρομικά, κατά τη διάρκεια των ημερών της εξέγερσης των Κίτρινων Γιλέκων, είναι ότι περνούσαμε μπροστά από τα κεντρικά γραφεία της τράπεζας Lazard, του UIMM[7], του LVMH[8] ή κάτω από τα γραφεία της διαφημιστικής Publicis χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι εκεί, πολύ περισσότερο παρά στο Ελιζέ, κρυβόταν ο εχθρός – το κεφάλαιο. Τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα τώρα. Το κεφάλαιο εκτέθηκε από την ίδια του την αλαζονεία. Οι διευθύνσεις κυκλοφορούν. Η εξέγερση είναι ο μόνος τρόπος να ξεφύγουμε από την εκλογική παγίδα που διαφαίνεται. Όλοι αντιλαμβανόμαστε καλά ότι οι ηθικές και οικονομικές πιέσεις για να μας υποτάξουν θα ενταθούν τους επόμενους μήνες. Ο περιορισμός της κυκλοφορίας μέσω της τιμής της βενζίνης δεν είναι πιο αποδεκτός από τους προηγούμενους περιορισμούς. Και, εξάλλου, δεν μπορούμε να αφήσουμε το μακρονιστικό καθεστώς να εξαφανιστεί χωρίς να του χρεώσουμε το τίμημα των παραβιάσεων που διέπραξε. Ζητούμε εκδίκηση. Ό,τι και να γίνει, θα βγούμε στους δρόμους στις 17 Οκτωβρίου.

Όλο το κείμενο αποτελεί μια λεπτομερή ανάλυση των σύγχρονων μορφών κυριαρχίας του κεφαλαίου, καθώς και των μεταβολών που έχει υποστεί τα τελευταία δεκαπέντε περίπου χρόνια. Δείχνει πώς οι λεγόμενοι «επαναστάτες» έπεσαν σε όλες τις παγίδες που τους έστησαν και ενισχύουν έτσι την εξάρτησή τους καθώς και την αδυναμία τους. Επικρίνει την αναλυτική και στρατηγική αδυναμία αυτών των κύκλων. Ποιες είναι, λοιπόν, οι δυνατότητες αντίστασης, διαφυγής, ανατροπής, η σωστή στρατηγική, για όλους αυτούς τους πολυάριθμους ανθρώπους που, αν και πιθανώς εγκλωβισμένοι στις αντιφάσεις τους, δεν αντέχουν πλέον τον κόσμο όπως είναι, αλλά, απομονωμένοι και στριμωγμένοι από ολόκληρο τον μηχανισμό του κεφαλαίου –ο οποίος περιγράφεται με ακρίβεια–, δεν ξέρουν από πού να αρχίσουν;

Όταν βγαίνουμε από την επιφυλακτικότητά μας και τελικά εξεγερθούμε, συναντάμε ακόμα στο δρόμο μας έναν ολόκληρο μικρό κόσμο ακτιβιστών που προσπαθεί να μας εκφοβίσει. Ισχυρίζεται ότι διαθέτει τις σωστές πρακτικές, τα σωστά λόγια, την απαραίτητη οργάνωση και ένα ολόκληρο φάσμα έτοιμων προς χρήση λύσεων. Έχει μάλιστα και ηχητικό εξοπλισμό και επαφές με δημοσιογράφους, φανταστείτε! Αυτό που καταγράφει το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» είναι ότι ολόκληρο αυτό το μικρό περιβάλλον δεν διαθέτει παρά μόνο τις αποτυχίες του και την αποφασιστικότητά του να τις επαναλάβει. Αν είχε έστω και τη παραμικρή λύση, δεν θα βρισκόμασταν σε αυτή τη θέση. Βρισκόμαστε στη Γαλλία, μια χώρα όπου πάντα υπάρχει κάποιος που προσποιείται ότι σε εκπαιδεύει. Όταν δεν είναι η κυβέρνηση, είναι οι αντικυβερνητικοί. Οι ακτιβιστικοί κύκλοι είναι αδιέξοδο, όχι σημείο εκκίνησης. Δεν υπάρχει κακό σημείο εκκίνησης· το καλύτερο είναι αναμφίβολα εκεί όπου βρισκόμαστε, εκείνοι που αγαπάμε και αυτά στα οποία είμαστε προσκολλημένοι – αρκεί να σταματήσουμε να λέμε ψέματα στον εαυτό μας, να παίζουμε το παιχνίδι του κοινωνικού ψεύδους και των υποτιθέμενων «αξιών» του, αρκεί να σταματήσουμε να είμαστε, βαθιά μέσα μας, τρομοκρατημένοι. Τρομοκρατημένοι από το ενδεχόμενο να εξοριστούμε. Αυτό είναι που το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» αποκαλεί «διαδικασία εξατομίκευσης». Δεν έχει τέλος. Αυτό σημαίνει να ζεις πραγματικά. Κανείς πια δεν θέλει να θυσιαστεί. Καμία «συλλογική αξία» δεν καταφέρνει πλέον να επιβάλει τη θυσία. Πρέπει να θεμελιώσουμε τις συλλογικές πραγματικότητες σε κάτι άλλο εκτός από τον πόνο. Ακριβώς για να αποτραπεί αυτό, μας ξαναβγάζουν τώρα στο προσκήνιο τον ορίζοντα του πολέμου. Όμως ο πραγματικός πόλεμος διεξάγεται ανάμεσα σε όλες αυτές τις διαδικασίες εξατομίκευσης και στην καταρρέουσα κυρίαρχη τάξη που σκοπεύει να συνεχίσει να εκμεταλλεύεται κάθε μορφή ζωής πάνω στη γη. Οι νομικιστικές επιλογές, σε αυτό το σημείο, έχουν όλες εγκαταλειφθεί – όσον αφορά τις γιγαντιαίες δεξαμενές, τον αυτοκινητόδρομο Α69, τον αγροτικό νόμο Ντιπλόμπ, το εργατικό δίκαιο καθώς και το διεθνές δίκαιο. «Να τα κάψουμε όλα, αφού ήδη όλα καίγονται», έγραφε ένα πλακάτ στην πορεία του Παρισιού την περασμένη Τρίτη. «Γάμα σχεδόν τα πάντα!», διευκρίνιζε με μεγαλύτερη ακρίβεια ένα άλλο. Οι αντηχήσεις που αντανακλούν σήμερα οι εξεγέρσεις στη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ισπανία ή την Αλβανία δεν είναι τυχαίες. Ένας πόλεμος βρίσκεται σε εξέλιξη ανάμεσα σε εμάς και το κεφάλαιο, με φόντο τις χιλιάδες εξαρτήσεις μέσω των οποίων πιστεύει ότι μας κρατά δεμένους. Όλο το «Εγχειρίδιο Επιβίωσης» αποτελεί μια προσπάθεια να επικαιροποιήσουμε την αντίληψή μας για το πεδίο των επιχειρήσεων. Δεν μπορούμε να το συνοψίσουμε σε λίγες φράσεις. Διαπιστώνοντας, λίγο πριν πεθάνει, τη μοιραία κατεύθυνση που έπαιρνε το σοβιετικό καθεστώς, ο Λένιν έγραφε: «Δεν είναι χαμένοι (και πολύ πιθανόν δεν θα χαθούν) εκείνοι οι κομμουνιστές που δεν παρασύρονται ούτε από ψευδαισθήσεις ούτε από απογοήτευση, διατηρώντας τη δύναμη και την ευελιξία για να ξεκινήσουν εκ νέου από το μηδέν και να αναλάβουν ένα από τα πιο δύσκολα καθήκοντα». Αυτή η συμβουλή παραμένει έγκυρη εν μέσω της αποκάλυψης του κεφαλαίου.

[1] Στο πρωτότυπο: Les problèmes de chiottes ne sont pas des problèmes de merde. Φράση που χρησιμοποιείται στην κινηματική αργκό ή όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσης σε σχολεία ή δημόσιους χώρους και υπογραμμίζει ότι η άθλια κατάσταση των τουαλετών αποτελεί έλλειψη σεβασμού, εκτίμησης και αξιοπρέπειας προς τους χρήστες και όχι απλώς μια ασήμαντη ενόχληση.

[2] Ηγέτης της σοσιαλδημοκρατικού προσανατολισμού συνδικαλιστικής οργάνωσης CFDT.

[3] Personne À Notre Gauche!

[4] Στις 25 Μαρτίου 2023 πραγματοποιήθηκε μεγάλη κινητοποίηση ενάντια στην κατασκευή μεγαδεξαμενής στην περιοχή Sainte-Soline με σφοδρές συγκρούσεις ανάμεσα στους διαδηλωτές και τις δυνάμεις καταστολής.

[5] O αλγερινής καταγωγής φοιτητής Malik Oussekine ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου στις 6 Δεκεμβρίου 1986, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης κατά της πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης.

[6] Ο Λουδοβίκος 16ος ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Γαλλίας. Αποκεφαλίστηκε στις 17 Ιανουαρίου 1793.

[7] Ο γαλλικός ΣΕΒ.

[8] Όμιλος εταιρειών πολυτελών αγαθών, μεταξύ των οποίων και η Louis Vuitton.